Τα τελευταία λίγα χρόνια, μια ομάδα μελετητών έχει επικεντρωθεί στη θεωρία τερματισμού του πολέμου. Οι ειδικοί διερευνούν το πώς μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, που μαίνεται πλέον για οκτώ και πλέον μήνες.

Ο διδάκτωρ πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ, Χάιν Γκόμανς, έγραψε τη διατριβή του σχετικά με τη θεωρία τερματισμού του πολέμου – δηλαδή τη μελέτη του πώς τελειώνουν οι πόλεμοι.

Έμαθε ότι έχει γίνει πολλή δουλειά για το πώς ξεκινούν οι πόλεμοι, αλλά πολύ λίγη για το πώς θα μπορούσαν να τελειώσουν. Υπήρχαν, ίσως, ιστορικοί λόγοι για αυτήν την παράβλεψη: Ο πυρηνικός οπλισμός των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης σήμαινε ότι ένας πόλεμος μεταξύ τους θα μπορούσε να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Και μάλιστα όχι μόνο τον θάνατο κάποιων, αλλά το θάνατο των πάντων.

Η μελέτη του πολέμου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε στο να εκπονηθεί ένα πλούσιο λεξιλόγιο για την αποτροπή:

  • άμεση αποτροπή
  • εκτεταμένη αποτροπή
  • αποτροπή με τιμωρία
  • αποτροπή με άρνηση

Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε και οι πόλεμοι συνέχισαν να ξεσπούν. Ο Γκόμανς είδε τότε την ευκαιρία για μια «πνευματική παρέμβαση».

Έτσι, στη διατριβή του όσο και στο επόμενο βιβλίο του, «Πόλεμος και Τιμωρία», ο Γκόμανς παρουσίασε μια θεωρία για το πώς και γιατί ορισμένοι πόλεμοι τελείωσαν γρήγορα και άλλοι διήρκεσαν βάναυσα.

Ο πόλεμος στον τίτλο ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η «τιμωρία» ήταν αυτό που οι ηγέτες στη Γερμανία φοβόντουσαν ότι τους περίμενε αν έφερναν κάτι λιγότερο από μια νίκη. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του, το 2000, ήταν η πρώτη σύγχρονη ευρεία μελέτη αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στο πρόβλημα του τερματισμού του πολέμου και δημιούργησε τη θεματική για περαιτέρω έρευνα.

Ο ίδιος αναφέρει μεταξύ άλλων, αποδίδοντας τα λόγια ενός συγγραφέα: «Μέχρι να παραιτηθούν οι νικημένοι, ο πόλεμος συνεχίζεται».

«Συνήθως χρειάζονταν δύο πλευρές για να ξεκινήσει ένας πόλεμος, ακόμα κι αν είχαν διαφορετική ευθύνη, και συνήθως χρειάζονταν δύο πλευρές για να τον τερματίσουν. Οι ηττημένοι μπορεί να αποδέχονται τους όρους που προτάθηκαν την περασμένη εβδομάδα, αλλά τι ήταν αυτό που εμποδίζει τον νικητή να εφεύρει νέους όρους; Το κλασικό παράδειγμα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η άρνηση των Μπολσεβίκων, στον απόηχο της κατάληψης της εξουσίας στη Ρωσία, να συνεχίσουν τον αγώνα κατά της Γερμανίας, διακηρύσσοντας “ούτε πόλεμο ούτε ειρήνη”, απλώς εγκατέλειψαν τις διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ. «Κυριολεκτικά οι νικημένοι τα παράτησαν», γράφει ο ίδιος.

«Αλλά οι Γερμανοί, αντί να το αποδεχτούν, συνέχισαν να προελαύνουν στη Ρωσία. Μόνο αφού οι Μπολσεβίκοι συμφώνησαν σε ακόμη πιο σκληρούς όρους από αυτούς που είχαν προταθεί μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα, οι Γερμανοί συμφώνησαν στην έξοδό τους από τον πόλεμο» σημειώνει.

«Πολλοί πόλεμοι τελείωσαν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, με τις πλευρές να επαναξιολογούν τις σχετικές δυνάμεις τους και να επιλέγουν να κάνουν μια συμφωνία (…) Υπήρχαν όμως και άλλου είδους πόλεμοι, στους οποίους κυριαρχούσαν παράγοντες εκτός από πληροφορίες. Αυτοί οι παράγοντες, εν μέρει επειδή δεν έπαιξαν εξέχοντες ρόλους στα οικονομικά, ήταν λιγότερο κατανοητοί. Το ένα ήταν το γεγονός ότι οι συμβάσεις στο διεθνές σύστημα —στην προκειμένη περίπτωση, οι ειρηνευτικές συμφωνίες— είχαν ελάχιστο ή ανύπαρκτο μηχανισμό επιβολής. Εάν μια χώρα ήθελε πραγματικά να διακόψει μια συμφωνία, δεν υπήρχε διοικητικό δικαστήριο στο οποίο θα μπορούσε να προσφύγει το άλλο μέρος. (Θεωρητικά, τα Ηνωμένα Έθνη θα μπορούσαν να είναι αυτό το δικαστήριο· στην πράξη, δεν είναι.) Αυτό προκάλεσε το πρόβλημα που είναι γνωστό ως “αξιόπιστη δέσμευση”» προσθέτει ακόμη ο ίδιος.

«Ο λόγος που οι πόλεμοι μπορεί να μην τελειώσουν γρήγορα είναι ότι η μία ή και οι δύο πλευρές απλά δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν την άλλη για να τιμήσουν οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία» λέει ο Χάιν Γκόμανς.

Στο βιβλίο του 2009 «How Wars End», ο συνάδελφος του Γκόμανς, Ντάν Ράιτερ, χρησιμοποίησε το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας στα τέλη της άνοιξης του 1940, μετά την πτώση της Γαλλίας.

Η Βρετανία έχανε τον πόλεμο και δεν είχε καμία βεβαιότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έμπαιναν εγκαίρως για να τον σώσουν. Αλλά οι Βρετανοί πολέμησαν, γιατί ήξεραν ότι καμία συμφωνία με τη ναζιστική Γερμανία δεν μπορούσε να εμπιστευτεί, εξηγεί. Όπως το έθεσε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ στο υπουργικό του συμβούλιο, με τον αμίμητο τρόπο του: «Αν αυτή η μακρά νησιωτική ιστορία μας τελειώσει επιτέλους, ας τελειώσει μόνο όταν ο καθένας από εμάς ξαπλώσει πνιγμένος στο αίμα του στο έδαφος», αναφέρει.

Ο Ράιτερ, ο συγγραφέας του «Πώς τελειώνουν οι πόλεμοι», ενδιαφέρθηκε για τη σημερινή συνεχιζόμενη σύρραξη λόγω του γεγονότος ότι είναι ένας τόσο παλιομοδίτικος πόλεμος. Υπήρχε πολύ λίγος κυβερνοπόλεμος και η Ρωσία είχε χρησιμοποιήσει μόνο μερικούς υπερηχητικούς πυραύλους. Λέει ακόμη ότι, από τη ρωσική πλευρά, «είναι το πυροβολικό, τα τεθωρακισμένα, το πεζικό, με βαρβαρότητα εναντίον αμάχων. Εν μέσω εικοστού αιώνα».

Από την πλευρά της, η υπότροφος στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα Τανίσα Φαζάλ που ετοιμάζει ένα βιβλίο για την ιατρική στο πεδίο της μάχης, εντυπωσιάστηκε από τη χαμηλή αναλογία Ρώσων τραυματιών προς νεκρούς.

Η ιστορική αναλογία τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια ήταν γύρω στα τρία ή τέσσερα προς ένα. Σε πρόσφατους πολέμους, όπως στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ κατάφεραν να φτάσουν την αναλογία τραυματιών προς νεκρούς σε δέκα προς έναν, πράγμα που σημαίνει ότι λιγότεροι στρατιώτες πέθαιναν αφού τραυματίστηκαν. Οι Ρώσοι εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν σε τέσσερις προς ένα. Ο λόγος, σύμφωνα με την ίδια, ήταν ότι οι Ρώσοι δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μια αεροπορική υπεροχή. «Δεν μπορούν να βγάλουν τους τραυματισμένους στρατιώτες τους αρκετά γρήγορα, και ως εκ τούτου πολλοί από αυτούς πεθαίνουν» λέει.

Πάντως, ο προαναφερθείς Νταν Ράιτερ, εμφανίζεται λίγο πιο αισιόδοξος από τον Γκόμανς σχετικά με την ικανότητα του Πούτιν να «πουλήσει» μια μερική νίκη στον ρωσικό λαό, λόγω της κυριαρχίας του στα ρωσικά MME. Για τον Ράιτερ, ο Πούτιν είναι τόσο δικτάτορας, που θα μπορούσε «να κάνει πίσω».

Παρά το γεγονός ότι είναι ο εξέχων θεωρητικός της αξιόπιστης δέσμευσης, ο Ράιτερ πιστεύει ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να τελειώσει χωρίς απόλυτο αποτέλεσμα, όπως η καταστροφή της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

«Η Ουκρανία μπορεί να γίνει πιο υπερασπίσιμη στο μέλλον, αλλά θα φαίνεται πολύ διαφορετική ως χώρα και ως κοινωνία από ό,τι πριν από την εισβολή. Θα έμοιαζε περισσότερο με το Ισραήλ, με υψηλούς φόρους, στρατιωτικές δαπάνες και μακρά υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Αλλά η Ουκρανία είναι υπερασπίσιμη», λέει ο ίδιος, προσθέτοντας: «Το έχει αποδείξει».

Ο Γκόμανς, από την άλλη εμφανίζεται πιο ανήσυχος. Για άλλη μια φορά, οι σκέψεις του τον πήγαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Το 1917, η Γερμανία, χωρίς ελπίδα νίκης, αποφάσισε να παίξει για την ανάσταση. Εξαπέλυσε το μυστικό της όπλο, το U-boat, για να διεξάγει απεριόριστες επιχειρήσεις στην ανοιχτή θάλασσα. Ο κίνδυνος της στρατηγικής ήταν ότι θα έφερνε τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο. Η ελπίδα ήταν ότι θα “έπνιγε” τη Μεγάλη Βρετανία και θα οδηγούσε στη νίκη. Αυτή ήταν μια στρατηγική «μεγάλης διακύμανσης», σύμφωνα με τα λόγια του Γκόμανς, που σημαίνει ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μεγάλη ανταμοιβή ή μια μεγάλη καταστροφή.

«Σε αυτή την κατάσταση, το μυστικό όπλο είναι τα πυρηνικά. Και η χρήση τους εγκυμονεί τον κίνδυνο, πάλι, ακόμη μεγαλύτερης εμπλοκής στον πόλεμο από τις ΗΠΑ, αλλά θα μπορούσε επίσης, τουλάχιστον προσωρινά, να σταματήσει την προέλαση του ουκρανικού στρατού. Εάν χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά, θα μπορούσε να φέρει ακόμη και μια νίκη. Οι άνθρωποι ενθουσιάζονται πολύ με την κατάρρευση του μετώπου» λέει.

Πάντως, για την ώρα ο Γκόμανς εξακολουθεί να πιστεύει ότι η πυρηνική επιλογή είναι απίθανη. Και θεωρεί ότι η Ουκρανία θα κερδίσει τον πόλεμο. Ωστόσο, αυτό θα πάρει πολύ χρόνο – με κόστος εκατοντάδων χιλιάδων ζωών.

Πηγή: NewYorker.com

www.ertnews.gr



Πηγή: ert.gr