Σηκώθηκε ένα ελαφρύ αεράκι. Δυνάμωσε. Ξάφνου ο αέρας άρχισε να μοιάζει απειλητικός. Προτίμησαν να φύγουν από την παραλία.

Γύρισαν σπίτι, να δουν τα παιδιά, αν φοβήθηκαν. Τα βρήκαν να παίζουν. Δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Ο αέρας είχε γίνει πιο δυνατός. Αρχισε να μυρίζει. Ο ουρανός άλλαξε χρώμα. Εγινε κίτρινος, κόκκινος, κατακκόκινος. Σαν φωτιά. 

«Φωτιά»… Η λέξη, άρχισε να μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, σε όλη την περιοχή. Αντήχησε παντού. Στο σπίτι στο Μάτι πήγαιναν κάθε χρόνο για διακοπές. Μόλις γυρνούσαν τα παιδιά από την κατασκήνωση έπαιρναν κι εκείνοι την άδειά τους. Γύρω στις 20 Ιουλίου…. Αυτός ο Ιούλιος δεν ήταν σαν τους άλλους.  Που να το΄ ξεραν…

Ο κόσμος καίγεται… Ο κόσμος κάηκε. Ακούει κανείς;

Πήραν τα παιδιά από το χέρι, αγκαλιά, κι έφυγαν μαζί με τους άλλους για το Κόκκινο Λιμανάκι. Από εκεί θα έβγαιναν στη θάλασσα, θα σωζόντουσαν.

Θυμήθηκε εικόνες καταστροφής. Είχε διαβάσει για τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας, για την Καταστροφή της Σμύρνης –θυμόταν τη φράση της γιαγιάς του «Η Σμύρνη καίγεται…». «Η Σμύρνη…», μονολογούσε, καθώς κρατούσε αγκαλιά τη γυναίκα και τα παιδιά του. «Οχι η Ραφήνα, όχι το Μάτι….». Σαν να είδε μπροστά στα μάτια του εκείνους τους ανθρώπους που έτρεχαν να σωθούν, αλαφιασμένοι,  απελπισμένοι, μοιραίοι. Οδευαν στον θάνατο. 

«Υπερβολές», σκέφτηκε. «Μια φωτιά είναι, θα περάσει. Θα έρθουν και τα πυροσβεστικά, θα στείλει κι ο δήμος βοήθεια, θα έρθουν και από τους άλλους δήμους, θα μας συμπαρασταθεί κι η περιφέρεια. Είμαστε δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα δεν καίγεται. Καίγεται;. Οχι, δεν μπορεί, τίποτα κακό δεν θα συμβεί». Κι όμως: Η βοήθεια άργησε να έρθει. Κι η φωτιά τρέχει πιο γρήγορα…  

Το Κόκκινο Λιμανάκι δεν βοήθησε. Μαζί με την οικογένειά του και όλους τους υπόλοιπους εγκλωβίστηκαν σε ένα χωράφι που ήταν σε ύψωμα. Πώς να πηδήξουν… Θα σκοτώνονταν. Εμειναν εκεί. Είδαν τη φωτιά να τους κυκλώνει. Την ένοιωσαν στο πετσί τους. Κάηκαν ζωντανοί -αλλά αγκαλιασμένοι. 

Ο κόσμος καίγεται… Ο κόσμος κάηκε. Ακούει κανείς; 



Πηγή:bovary.gr