τηλεκπαίδευση

Από τον περασμένο Μάρτιο, όλοι έχουμε την αίσθηση πως η πανδημία έχει «παγώσει» το χρόνο. Μοιραία, άλλωστε, η κυβέρνηση έχει ρίξει το βάρος της στην αντιμετώπιση πρωτίστως των υγειονομικών και δευτερευόντως των οικονομικών συνεπειών του κορονοϊού.

Κι όμως: σ’ αυτό το διάστημα έχουν γίνει αρκετά. Παρά την κριτική – η οποία είναι θεμιτή και απαραίτητη για να βελτιώνεται κάποιος – και τις δεδομένες καθυστερήσεις ή επιμέρους αστοχίες που, ενδεχομένως, υπήρξαν, αθόρυβα έχει γίνει σημαντικό έργο σε διάφορους τομείς. Κι αυτό έχει αφομοιωθεί στην καθημερινότητά μας, με αποτέλεσμα κάποια πράγματα να μοιάζουν αυτονόητα.

Πολλοί, ας πούμε, υποστήριξαν πρόσφατα την καθολική εφαρμογή της τηλεργασίας. Μόνο που η έννοια και το περιεχόμενό της ήταν άγνωστα πριν από το Μάρτιο όχι μόνο για το δημόσιο, αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα. Μια σειρά διοικητικών διαδικασιών, επίσης, γίνεται πλέον κυριολεκτικά από την οθόνη του υπολογιστή μας ή του κινητού μας τηλεφώνου μέσω του gov.gr και το «ψηφιακό Δημόσιο» επεκτείνεται καθημερινά. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί π.χ. ότι το γνήσιο της υπογραφής – επιτέλους – θεωρείται με ένα QR code κι όχι με επισκέψεις και ουρές στο ΚΕΠ ή στο… αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς;

Πριν από 15 μέρες περίπου, έγινε πάλι μεγάλη συζήτηση για τα σχολεία που έκλεισαν κι αν ήταν σωστή ή λάθος απόφαση. Οκτώ μήνες μετά το πρώτο lockdown, όμως, η τηλεκπαίδευση είναι πια μια αυτονόητη έννοια και διαδικασία και μάλιστα για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες – από τα νηπιαγωγεία έως τα Λύκεια και τα Πανεπιστήμια. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι 1,6 εκατομμύρια μαθητές και εκπαιδευτικοί, έστω και χωρίς την αναντικατάσταση φυσική επαφή στην τάξη, συνεχίζουν τη μαθησιακή δραστηριότητα και δεν χάνονται έτσι πολύτιμες ώρες και μέρες διδασκαλίας;

Δεν πέρασε δα και πολύς χρόνος από τότε που κάποιοι έκαναν κριτική – κι άλλοι έσπευδαν να την υιοθετήσουν ασμένως και να την αναγάγουν σε πολιτικό ζήτημα – φωνάζοντας πως είναι ανεπίτρεπτο να υπάρχουν κάμερες στις τάξεις και να παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα των μαθητών; Κι όμως: τώρα η κριτική συνίσταται στο αν δουλεύει ή όχι καλά η πλατφόρμα της τηλεκπαίδευσης. Ή στο πόσο καλός είναι ο εξοπλισμός που έχει δοθεί σε σχολεία και οικογένειες κι αν είναι γρήγορη ή όχι η σύνδεση στο Διαδίκτυο. Αυτό που αγνοούν – σκοπίμως – οι περισσότεροι είναι πως η συμμετοχή στην τηλεκπαίδευση, όπως έχει οργανωθεί από το κράτος, εξασφαλίζει τις ίσες ευκαιρίες των μαθητών στη γνώση και το αύριο, δίχως ν’ αποκλείει τους αδύναμους και «μη προνομιούχους».

Δηλαδή, δεν υπάρχουν κι εδώ λάθη, παραλείψεις και αστοχίες; Προφανώς, αλλά είναι άδικο να μηδενίζει κάποιος την προσπάθεια που έχει γίνει. Κοιτώντας ψυχρά πίσω στους οκτώ μήνες που πέρασαν, αν αυτά που συντελέστηκαν αφορούσαν κάποια άλλη χώρα, θα εκφράζαμε το θαυμασμό μας. Μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί και η ίδια η κυβέρνηση θα αλληλοσυγχαίρονταν! Πολλώ δε μάλλον, όταν με το καλό θα έρθει το εμβόλιο και η πανδημία θα είναι μια κακή ανάμνηση, τότε η τηλεκπαίδευση θ’ αποτελεί μια ουσιαστική παρακαταθήκη για την αναβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης – δημόσιας και καθολικής.

To άρθρο Ο κορονοϊός και το «θαύμα» της τηλεκπαίδευσης δημοσιεύτηκε στο NewsIT .



Πηγή:newsit.gr