«Όταν αναλάβαμε το 2019 τη διακυβέρνηση της χώρας, δεν ξέραμε καν πόσα παιδιά ζουν σε ιδρύματα. Κάναμε καταμέτρηση, είχαμε 2.250 παιδιά, τώρα έχουμε 1.400 παιδιά που ζουν σε ιδρύματα, 82 μονάδες παιδικής προστασίας σε όλη τη χώρα – δημόσιες, ιδιωτικές και εκκλησιαστικές. Μέσα σε 3 χρόνια έχουμε από-ιδρυματοποιήσει πάνω από 850 παιδιά, τα οποία έχουν πάει σε οικογένειες».

Αυτό τόνισε η Δόμνα Μιχαηλίδου, υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αρμόδια για θέματα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία μίλησε στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Καθρέφτης» με τον Χρήστο Μιχαηλίδη για την εκδήλωση «Ακούμε τη φωνή των παιδιών», στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Child Guarantee.

Σύμφωνα με την ίδια, σε χώρες της δυτικής Ευρώπης δεν υπάρχουν πλέον ιδρύματα, καθώς υπάρχει μεγάλη δεξαμενή των αναδόχων και επομένως τα παιδιά που πρέπει να απομακρυνθούν από μια παραβατική ή κακοποιητική οικογένεια πηγαίνουν σε ανάδοχη οικογένεια, μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη δικαστική απόφαση για το μέλλον τους.

Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ένα μητρώο 500 αναδόχων, τη στιγμή που στη Γαλλία, μια χώρα 8 φορές μεγαλύτερη από εμάς, υπάρχουν 90.000. δηλαδή στις χώρες της δυτικής Ευρώπης που έχουν αναπτύξει τέτοια από-ιδρυματικά μοντέλα εδώ και δεκαετίες, έχουν δεκάδες χιλιάδες υποψήφιους αναδόχους για να βοηθήσουν τα παιδιά να μεγαλώσουν σε ένα οικογενειακό πλαίσιο»,  ανέφερε.

Επισήμανε, δε, ότι για να γίνει κάποιος θετός ή ανάδοχος γονέας, θα πρέπει να περάσει κοινωνική έρευνα από κάποιον κοινωνικό λειτουργό, έτσι ώστε να δει η Πολιτεία κατά πόσο είναι κατάλληλος να γίνει γονέας. «Υπάρχει ένα φιλτράρισμα και μετά, δεν επαναπαύεται η Πολιτεία εάν αυτοί οι άνθρωποι κρίνονται αρχικών ικανοί. Υπάρχει και η λεγόμενη μετά-παρακολούθηση, η οποία είναι αρκετά έντονη ιδιαίτερη στην αναδοχή. Επίσης για να γίνει κάποιος θετός ή ανάδοχος γονέας περνάει κάποια εκπαιδευτικά μαθήματα, τα οποία στον συνδέουν και με άλλους ανθρώπους της περιοχής του, που έχουν τις ίδιες αγωνίες και τα ίδια ερωτήματα», επισήμανε.

Η κυρία Μιχαηλίδου χαρακτήρισε «πολυδιάστατο πρόβλημα το δημογραφικό», λέγοντας ότι έχει ενταθεί ακόμα περισσότερο με τη δεκαετή οικονομική κρίση και το βιώνουν πολύ έντονα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Δεν μπορείς να δώσεις μια λύση σε αυτό, ούτε οι λύσεις που θα δώσεις θα έχουν έντονο αποτύπωμα τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο. «Δυο κύριοι άξονες που κινείται ένα κράτος: στην άμεση οικονομική ενίσχυση της οικογένειας ώστε να βοηθήσει η Πολιτεία το διαθέσιμο εισόδημα για να υποστηρίξει πάνω από 2 παιδιά – καθώς το «κλειδί» είναι κάθε γυναίκα να γεννήσει πάνω από 2,1 παιδιά, ενώ σε εμάς ο δείκτης είναι στο 1,39- και στην παροχή υπηρεσιών που απελευθερώνουν τα χέρια και τις επιλογές των οικογενειών, όπως οι βρεφονηπιακοί σταθμοί», υπογράμμισε.

Ερωτηθείσα για την εκδήλωση «Ακούμε τη φωνή των παιδιών», η υφυπουργός μίλησε για μια ανάγκη που προκύπτει και από την υπο-εκπροσώπηση μέχρι σήμερα της φωνής των παιδιών. «Είμαστε μια Πολιτεία, μια κοινωνία που ακούμε την άποψη των παιδιών θεωρώντας την πάντα ανήλικη και χωρίς να απορροφούμε, χωρίς να μαθαίνουμε όσα μπορούμε να μάθουμε από τα ίδια τα παιδιά», παραδέχθηκε.

Αναφορικά με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Child Guarantee δήλωσε ότι είναι τεχνοκρατικό, αλλά έχει και πολλή ουσία. «Κάθε 7 χρόνια, η ΕΕ έχει καινούργιες πρωτοβουλίες για αυτό που λέμε προγραμματική περίοδο. Δηλαδή τα λεγόμενα ΕΣΠΑ. Δυο είναι οι μεγάλες πρωτοβουλίες του καινούργιου ΕΣΠΑ. Η μια είναι η “πράσινη ανάπτυξη” και η “πράσινη μετάβαση”, και η άλλη είναι η παιδική προστασία. Δηλαδή υπάρχει μια τεράστια πρωτοβουλία από πλευράς ΕΕ έτσι ώστε όλες οι χώρες μαζί να γίνουμε ένα για να καταπολεμήσουμε την παιδική φτώχεια και τον παιδικό αποκλεισμό», εξήγησε.

«Είναι μια πρωτοβουλία με πολύ συγκεκριμένους άξονες, δηλαδή την πρόσβαση σε καλή και ποιοτική προσχολική αγωγή, σε καλές και ποιοτικές υπηρεσίες εκπαίδευσης, σε καλή και ποιοτική δημόσια υγεία, σε στέγαση για όλα τα παιδιά, σε στήριξη των πιο ευάλωτων παιδιών, είτε είναι τα παιδιά με αναπηρία, είτε παιδιά Ρομά, είτε τα ιδρυματοποιημένα και είναι πολύ ευάλωτα. Οπότε με συγκεκριμένους άξονες, συγκεκριμένα χρηματοδοτικά εργαλεία  το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης και με πολύ συγκεκριμένο στόχο να έχει μειωθεί η παιδική φτώχεια κατά 5 εκατομμύρια στο σύνολο της ΕΕ μέχρι το 2030», πρόσθεσε η κυρία Μιχαηλίδου.

«Οπότε κάθε κράτος μέλος κλήθηκε να ενσωματώσει την πρωτοβουλία  αυτή στο εθνικό νομοθετικό επίπεδο, στην Ελλάδα ήμασταν η πρώτη χώρα που κατάφερε να το κάνει αυτό. Καταθέσαμε κεντρικά στις Βρυξέλλες ένα σχέδιο δράσης σε όλα τα υπουργεία, έτσι ώστε να δούμε πώς πηγαίνουμε για τον στόχο αυτό της μείωσης του παιδικού αποκλεισμού. Και μέσα στις δράσεις αυτές ακούμε και την άποψη των ίδιων των παιδιών, έτσι ώστε να είναι όσο πιο αποτελεσματικές γίνεται», επισήμανε η ίδια.

 

www.ertnews.gr



Πηγή ert.gr