Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ

(The House that Jack Built)

Σκηνοθεσία: Λαρς φον Τρίερ

Παίζουν: Ματ Ντίλον, Μπρούνο Γκανς, Ούμα Θέρμαν, Ράιλι Κίο

Περίληψη: ΗΠΑ, δεκαετία του ’70: Παρακολουθούμε τον εξαιρετικά ευφυή Τζακ για ένα διάστημα δώδεκα ετών και γινόμαστε «αυτόπτες μάρτυρες» των πέντε δολοφονιών-οροσήμων που διέπραξε, οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξή του ως κατά συρροή δολοφόνο. Καθώς η αστυνομία βρίσκεται στα ίχνη του και τον πλησιάζει, ο Τζακ παίρνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το απόλυτο έργο τέχνης.

Ο αιρετικός Λαρς φον Τρίερ επιστρέφει με μια βιτριολική παραβολή πάνω στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και προκαλεί.

Αφορμή μιας σειράς φιλοσοφικών αναζητήσεων του Δανού σκηνοθέτη γίνεται η ιστορία του Τζακ, ενός μανιακού δολοφόνου, που αντιμετωπίζει τα εγκλήματά του ως έργα τέχνης. Μέσα από την οπτική και τη αφήγηση του ίδιου του Τζακ που συνομιλεί με έναν αινιγματικό άνδρα, τον Βερτζ, παρακολουθούμε πέντε σταθμούς της ζωής του, πέντε δολοφονίες, που ο ίδιος θεωρεί σημαντικές. Πέρα όμως από την εγκληματική του δραστηριότητα, ο Τζακ έχει ένα μεγάλο όνειρο: να χτίσει ένα σπίτι. Αλλά καμία του προσπάθεια δεν τον ικανοποιεί ιδιαίτερα και έτσι πάντα γκρεμίζει ό,τι έχει φτιάξει και ξαναρχίζει από την αρχή.

Σε πέντε κεφάλαια χωρίζει ο Τρίερ την ιστορία του Tζακ, που αποτελεί με ένα τρόπο την προσωπική του «απολογία», ένα φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία. Η θέση του ομολογουμένως είναι ακραία, αφού στην ουσία ταυτίζει τον καθένα από εμάς με τον Τζακ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι δολοφονίες ενός μανιακού δεν διαφέρουν και πολύ από τις «δολοφονίες », μικρές ή μεγαλύτερες, μεταφορικές ή και κυριολεκτικές, που γίνονται καθημερινά. Έτσι διανθίζει την πλοκή με σφήνες από ντοκουμέντα και έργα τέχνης, για να δημιουργήσει άμεσους συσχετισμούς στον θεατή.

Ο Τρίερ αναρωτιέται γιατί μας σοκάρουν οι δολοφονίες του Τζακ, όταν καθημερινά σκοτώνουμε εκατοντάδες ζώα ή καταστρέφουμε τον πλανήτη, αναρωτιέται γιατί ο Τζακ είναι χειρότερος από τον καθένα που επιτρέπει εγκλήματα να συμβαίνουν, αναρωτιέται γιατί τα φρικτά έργα του ήρωά του είναι περισσότερο αποτρόπαια από τους πίνακες νεκρής φύσης που κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου. Έτσι η ταινία του λειτουργεί ως καθρέφτης και ο καθρέφτης είναι πάντα ενοχλητικός, γιατί αποκαλύπτει πιθανόν το πρόσωπο που δεν θέλουμε να κοιτάζουμε.

Με μπρεχτικό ύφος, ο Τρίερ απλώς εκθέτει τις πράξεις του ήρωά του τον οποίο ποτέ δεν δικαιολογεί, δεν του προσφέρει την ασφάλεια περίπλοκων ψυχολογικών κινήτρων, αντίθετα τον παρoυσιάζει απλώς ως έναν δολοφόνο, που σκοτώνει τα θύματά του ενώ εκείνα φωνάζουν για βοήθεια μπροστά από ανοιχτά παράθυρα και κανείς δεν ανταποκρίνεται. Με αυτόν τον άμεσο και σε σημεία χειριστικό είναι η αλήθεια τρόπο, αφού δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον θεατή να συνομιλήσει με τις θέσεις του, ο Τρίερ ενοχλεί γιατί μας θέτει ενώπιον του εαυτού μας, που κατά τη δική του γνώμη δεν διαφέρει από τον Τζακ.

Μετά από τα κεφάλαια των δολοφονιών, το ρεαλιστικό του ύφος, που υποστηρίζεται από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών του, αλλάζει και περνάει σ’ έναν εικαστικό συμβολισμό, μεταφέροντάς μας σε μια μετά θάνατο ζωή, όπου ο Παράδεισος και η Κόλαση ταυτίζονται, προχωρώντας σε μια υπαρξιακή τελικά θεώρηση, που διακατέχεται από τον γνωστό πεσιμισμό του. Δεν λείπουν μικρές δόσεις μαύρου χιούμορ, όμως η κάθαρση δεν έρχεται ποτέ κι ο Τρίερ αφήνει τον θεατή απόλυτα συνένοχο και απελπισμένο, να αναλογιστεί για τα όσα ο ίδιος πράττει.



Πηγή:bovary.gr