Ο Visconti την ήθελε μελαχρινή, ο Fellini ξανθιά – αναγκαζόταν να βάφει τα μαλλιά της κάθε δυο βδομάδες.

Αν ο Visconti ήταν ο δάσκαλος που φοβόταν και θαύμαζε, ο Fellini ήταν ο συμμαθητής του διπλανού θρανίου, ο μάγος που σε παρέσυρε στις φαντασιώσεις του.

Δούλευε μόνο με αυτοσχεδιασμό, έγραφε μέρα με τη μέρα, βγάζοντας από τις τσέπες του μικρά κομμάτια χαρτί, που τα έδινε στους ηθοποιούς την τελευταία στιγμή. Η ησυχία τον φόβιζε, ήθελε γύρω του η ατμόσφαιρα να θυμίζει τρατορία σε ώρα αιχμής. Στο πλατό του συναντούσες γυναίκες με κοστούμια της δεκαετίας του ’20, μουσικούς της τζαζ, βαμπ με μακριές ρόμπες, άλογα, παιδιά που έπαιζαν κουτσό, δημοσιογράφους, πλανόδιους, πατρίκιους, χορευτές, παλιάτσους, περίεργες , φάτσες.

Το «Οκτώμισι» ήταν ένα παραλήρημα, ένα όνειρο. Μεγαλειώδες, ασύνταχτο, γοητευτικό. Ο Fellini, εξάλλου – αποκαλύπτει η Claudia – ήταν αυτός που της «έδωσε» τη φωνή της. Μέχρι τότε, στην Ιταλία, όλοι ντουμπλάρονταν. Η φωνή της – τραχιά, ελαφρώς σπασμένη- δεν θα είχε καμιά τύχη στο σελιλόιντ. Αλλά o Fellini, που λάτρευε το διαφορετικό, την έβγαλε από τη σιωπή, την άφησε να μιλήσει. Και την συμφιλίωσε με τον εαυτό της.

 

Οι σκηνοθέτες, όλοι οι σκηνοθέτες που δούλεψε, υπήρξαν φίλοι, δάσκαλοι, μέντορές της. O Blake Edwards («ένα άτομο απίθανο, όσο και τα σενάριά του») περνούσε ώρες, με το κεφάλι ανάποδα κάνοντας γιόγκα και την έβαλε – εν αγνοία της – να εισπνεύσει χασίς για να χαλαρώσει και να παίξει την μεθυσμένη στον «Ροζ Πάνθηρα».

Ο Sergio Leone παράγγελνε τη μουσική της ταινίας πριν από τα γυρίσματα, και πριν από κάθε λήψη, του «Κάποτε στη Δύση» έβαζε τους ηθοποιούς να ακούνε τις μελωδίες. Όσο για τον Verner Herzog, «έμοιαζε με άνθρωπο παρασυρμένο σε μια σταυροφορία, το νόημα της οποίας διέφευγε από όλους εκτός από τον ίδιο»….

Η Claudia τους θυμάται όλους, όπως και τους ηθοποιούς – τους «συνενόχους» της σε ένα σύμπαν όπου τίποτα δεν φάνταζε υπερβολικό: τον Μastroianni με το βελούδινο βλέμμα, που την φλέρταρε, την κυνήγησε, έγινε δυστυχισμένος για χάρη της. Και που χρόνια αργότερα, σε μια τιμητική βραδιά, δήλωσε «Ημουν από παλιά ερωτευμένος μαζί της, αλλά αυτή ποτέ δεν με πίστεψε».

Τον θλιμμένο Peter Sellers που έκανε σινεμά, επειδή δίχως την παρουσία της κάμερας αισθανόταν πως δεν υπήρχε. Την Rita Hayworth – σχεδόν τσακισμένη από το αλκοόλ – που στάθηκε δίπλα της μια μέρα, δίπλα στον καθρέφτη του μακιγιάζ, της έριξε μια ματιά και της είπε:«Κι εγώ, ξέρεις, υπήρξα κάποτε όμορφη…». Και βέβαια, τον Αlain Delon. « Ήταν το όνειρο όλων των γυναικών στο Παλέρμο. Ένας ηθοποιός 26 χρονών, που, όταν είχε εμφανιστεί στο σινεμά – μόλις 4 χρόνια πριν – όλοι είχαν σπεύσει να τον ανακηρύξουν «νέο είδωλο». Κι εκείνος, αίφνης, συνειδητοποιούσε τα όρια της κυριαρχίας του…».

Αυτή την κυριαρχία – ευτυχώς ή δυστυχώς – επιχείρησε να την δοκιμάσει και πάνω της. Όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα του «Γατόπαρδου» , ο Αlain έβαλε στα κρυφά στοίχημα με τον Visconti πως θα ξελόγιαζε την ακριβή του «γάτα» και θα την τραβούσε, με χάδια στο κρεβάτι του.

«Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει γιατί μας αρκεί να κοιταχτούμε στα μάτια για να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο, γιατί γελάμε με τα ίδια πράγματα και γιατί, καμιά φορά, επίσης, κλαίμε. Ο Alain κι εγώ είμαστε οι εξόριστοι μιας χίμαιρας που δημιούργησε ο Visconti για μας…»



Πηγή:bovary.gr